|
Διεύθυνση
Πολιτισμού
[ Πολιτισμός - Εκδηλώσεις ]
Δημοτική Πινακοθήκη
Ιστορικό της Casa Bianca
Διεύθυνση
Πολιτισμού, Θεοφίλου 25, Άνω Πόλη 546 33, Θεσσαλονίκη
Τηλ. 2310 280 328, 2310 277 641, 2310 288 393, FAX 2310 286 519,
2310 230 353
Τμήμα Πινακοθήκης
και Εικαστικών Δραστηριοτήτων, Βασ. Όλγας 162 - Μαρτίου, τηλ. 2310
425 531, FAX 411 101
Casa
Bianca,
Βασ.΄Ολγας
και Σοφούλη γωνία Τηλ. 2310 427 555
Η
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΚΤΙΡΙΟΥ (1912 - 1997)
Η
Casa Bianca κτίστηκε το 1912 από τον Dino Fernandez -
Diaz σε οικόπεδο που είχε αγοράσει το 1911
στη συνοικία
των Εξοχών, κοντά στην Αποθήκη των τραμ.
Ο
Dino Fernandez ήταν ιταλός υπήκοος και
επίλεκτο μέλος της εβραϊκής κοινότητας
της πόλης. Το 1893, σε συνεργασία με τον
οίκο Misrachi, είχε ιδρύσει το Ζυθοποιείο
Όλυμπος στην περιοχή των Σφαγείων, στις
εγκαταστάσεις του σημερινού
εργοστασίου ΦΙΞ.
Η
εξοχική έπαυλη των Fernandez – Diaz κτίστηκε
σε σχέδια του ιταλού μηχανικού Piero Arrigoni
και ονομάστηκε Casa Bianca από το όνομα της
συζύγου του Dino Fernandez, Blanche (Bianca) Meyer. Ο Dino
και η Bianca απέκτησαν τρία παιδιά, την Aline,
τη Nina και τον Pierre. Στενά συνδεδεμένο με
την ιστορία του κτιρίου είναι το
ειδύλλιο της κόρης του Dino, Aline Fernandez με
τον έλληνα αξιωματικό Σπύρο Αλιμπέρτη.
Ο
Σπύρος Αλιμπέρτης, επιμελητής του
Ασιεροσκοπείου Αθηνών, βρέθηκε στη
Θεσσαλνίκη το 1912, ως υπασπιστής του
διοικητή της 7ης Μεραρχίας του
ελληνικού στρατού. Η τυχαία γνωριμία
του με την Aline Fernandez στάθηκε η απαρχή
μιας ρομαντικής ιστορίας που
συγκλόνισε την πόλη και αποτέλεσε το
θέμα μιας εκτεταμένης αρθρογραφίας
στον τύπο της εποχής αλλά και σε
μεταγενέστερες διηγήσεις. Η
συντηρητική κοινωνία του 1912 δεν
συνηγορούσε υπέρ ενός τέτοιου γάμου,
μεταξύ μιας εβραίας και ενός
χριστιανού, με αποτέλεσμα την εκούσια
απαγωγή της Aline από τον Σπύρο Αλιμπέρτη
και την τέλεση του
γάμου τους στην Αθήνα την άνοιξη του 1914.
Στη συνέχεια όμως ο Dino Fernandez έδωσε την
συγκατάθεση του και το ζεύγος
επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και
εγκαταστάθηκε στο πατρικό σπίτι της Aline.
Το
1934 πεθαίνει η Blanche στο Παρίσι και το 1943
εκτελούνται από τους Γερμανούς ο
Dino και ο γιος του Pierre στη Meina της
Ιταλίας. Εκεί είχαν καταφύγει, μαζί με
άλλους ιταλικής υπηκοότητας εβραίους
της πόλης, σε μια προσπάθεια να
αποφύγουν την αποστολή τους στα
στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στο διάστημα
της Κατοχής το κτίριο επιτάχθηκε από
τους Ιταλούς, και αργότερα από τους
Γερμανούς, ενώ ο όροφος του
χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία από τον
Ιταλό πρόξενο. Αργότερα, κατά την
περίοδο 1964 - 1967, ο όροφος ενοικιάστηκε
σε ιδιωτικό δημοτικό σχολείο.
Ο
Σπύρος και η Aline Αλιμπέρτη συνέχιζαν να
κατοικούν μέχρι τα βαθιά τους γεράματα
στο κτίριο, όπου και πέθαναν με μικρή
χρονική διαφορά το 1965.
Μετά
τον θάνατο της Aline η Casa Bianca περιέρχεται
στην αδελφή της Nina Dervieux de Varez που ζούσε
στο Παρίσι, η οποία πούλησε το κτίσμα
στους Ν. και Γ.Τριάρχου και στη Σουζάνα
Σολομών Μαλλάχ.
Το
1976 κηρύχθηκε διατηρητέο μνημείο και
από τότε χρονολογείται η τμηματική
καταστροφή του κτιρίου με στόχο τον
αποχαρακτηρισμό του και την τελική
κατεδάφιση του.
Το
1990, μετά από σειρά μέτρων με στόχο τη
διάσωση του κτιρίου και του
περιβάλλοντα χώρου του, η Casa Bianca
περιέρχεται στον Δήμο Θεσσαλονίκης, ο
οποίος προχωρά στην ανάθεση σύνταξης
ειδικής μελέτης αποκατάστασης κατ στη
συνέχεια στην υποδειγματική
αναστήλωση του κυρίου.
Η
ΣΥΝΟΙΚΙΑ ΤΩΝ ΕΞΟΧΩΝ,
ΠΡΩΤΗ
ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΤΕΙΧΩΝ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (1885-1912)

«Οι
Πύργοι, οίτινες φαίνονται μεν
προάστειον, χωριζόμενον από της πόλεως
δια του Εβραϊκού νεκροταφείου,
αποτελούν όντως μέρος αυτής, ως θερινή
μάλλον αριστοκρατική συνοικία, είναι ο
προσφιλέστερος περίπατος των
Θεσσαλονικέων. Είναι τα Πατήσια ή το
Φάληρον των Αθηνών, το προάσιειον
εκείνο το τελείως ευρωπαϊκόν την όψιν»
Κ. Βουρδουνιώτης: «Οι Πύργοι της
Θεσσαλονίκης, Ημερολόγιον του Σκόκκου,
1894
«Πύργοι»
ή «Εξοχές», ήταν οι ονομασίες με τις
οποίες ήταν ευρύτερα γνωστή η περιοχή
έξω από τα νοτιοανατολικά τείχη της
πόλης. Ως ιδιαίτερη συνοικία με το
όνομα Χαμηδιέ, προς τιμή του Σουλτάνου
Αβδούλ Χαμίτ του Β', αναφέρεται για
πρώτη φορά στα φορολογικά βιβλία του
οθωμανικού Δημοσίου, το 1885.
Η
ονομασία «Εξοχές» οφείλεται στην
περιορισμένη δόμηση της συνοικίας,
στην ύπαρξη μεγάλου αριθμού αγροτικών
εκτάσεων και στον ημιμόνιμο χαρακτήρα
της κατοικίας. ΄Οσον αφορά τούς «Πύργους»,
δεν ήταν παρά μικρής αξίας και έκτασης
κτίσματα με κάποια οχυρωματική δόμηση
ή διάταξη, που χρησίμευαν ως θερινές
κατοικίες καθώς και για τη διαμονή
αυτών που ασχολούνταν με την
καλλιέργεια των κτημάτων.
Σταδιακά
τα σπίτια αυξάνουν τον αριθμό τους και
την αξία τους, οι καλλιεργήσιμες
εκτάσεις ελαττώνονται και η
οικοπεδοποίηση προχωρά με γρήγορους
ρυθμούς.
Η
κατεδάφιση των νοτιοανατολικών τειχών
το 1889 και η χάραξη της λεωφόρου Χαμηδιέ
εξασφαλίζουν την άρση των φυσικών
εμποδίων για την επέκταση της πόλης
προς τα ανατολικά.
Η
συγκοινωνιακή σύνδεση της συνοικίας με
ιππήλατο τραμ το 1892, καθώς και οι
έντονες στεγαστικές ανάγκες που
δημιουργούνται μετά την πυρκαγιά του
1890, θέτουν τις βάσεις για την περαιτέρω
εξέλιξη της συνοικίας.
Στις
Εξοχές, η εγκατάσταση των κατοίκων δεν
ακολούθησε το χωρικό διαχωρισμό της
εντός των τειχών πόλης, ανά εθνική -
θρησκευτική
κοινότητα, αλλά υπάκουε σε αλλά
κριτήρια καθαρά
οικονομικού ή κοινωνικού χαρακτήρα.
Οι
συνθήκες είναι ευνοϊκότερες για την
ανέγερση
νέων τύπων κατοικίας, προσαρμοσμένων
στον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής, ενώ η κοινωνική
και οικονομική κατάσταση των ιδιοκτητών
υπαγορεύουν το μέγεθος και την επιλογή
της μορφής.
Η
εγκατάστασή τούς στις Εξοχές και
κυρίως κατά
μήκος της κεντρικής λεωφόρου, σε "μέγαρα
μεγαλοπρεπέστατα",
είναι ιδιαίτερης σημασίας για την
κοινωνική τους θέση και προβολή.
ΤΟ
ΕΡΓΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ CASA BIANCA
Στόχος
της επέμβασης
Σύμφωνα
με τη μελέτη, στόχος της επέμβασης
ήταν η αποκατάσταση της αρχικής κατασκευαστικής
δομής του κτιρίου, πρωτοποριακής
για την εποχή της, με παράλληλη
αποκατάσταση της τυπολογίας και της
μορφολογίας
ίου. Η καταστροφή ενός μεγάλου μέρους
του κτιρίου - το μεγαλύτερο τμήμα του
εσωτερικού χώρου - ήταν καθοριστική για
την προσπάθεια διατήρησης των
στοιχείων που είχαν διασωθεί. Έτσι
αναθεωρήθηκαν
οι αρχικές προτάσεις, ως προς την
αποξήλωση και ανακατασκευή ορισμένων
τμημάτων του κτιρίου, που αφορούσε
κυρίως δάπεδο-εξώστες,
αφού προηγουμένως διαπιστώθηκε
ότι η κατάσταση διατήρησής τους ήταν
ικανοποιητική και η συντήρηση ήταν δυνατή
με τοπικές ενισχύσεις. Αντίθετα, αποφασίστηκε
η κατεδάφιση και ανακατασκευή της
αετωματικής απόληξης της Δυτικής
όψης, διότι η επιφάνειά της εμφάνιζε έντονες
ρηγματώσεις, αποκόλληση στη βάση της,
έντονη απόκλιση από την κατακόρυφο, με
αποτέλεσμα η στατική της κατάσταση να είναι
ιδιαίτερα προβληματική.

Επεμβάσεις
αποκατάστασης
Το
έργο της αποκατάστασης της Casa
Bianca
περιελάμβανε
στατικές, οικοδομικές και αρχιτεκτονικές
επεμβάσεις ατό υφιστάμενο κτίσμα.
Τα
μέτρα ενίσχυσης που εφαρμόστηκαν για
την αποκατάσταση του φέροντος
οργανισμού του κτιρίου αφορούσαν στα
εξής:
Τοπική
ενίσχυση θεμελίωσης στη Δυτική όψη
Ανακατασκευή
τοίχων και εφαρμογή ενεμάτων στις
ρηγματώσεις
Κατασκευή,
ανακατασκευή ή ενίσχυση δαπέδων
- ξύλινων και μεταλλικών - σε μεγάλο τμήμα
του κτιρίου
Ενίσχυση
των υφιστάμενων περιμετρικών τοίχων
της σοφίτας με οπλισμένο επίχρισμα,
ανακατασκευή των εσωτερικών τοίχων και
όπλιση τους, κατασκευή διαζωμάτων από οπλισμένο
σκυρόδεμα στη στέψη τους και ανακατασκευή
της στέγης
Επανατοποθέτηση
και συμπλήρωση των μεταλλικών
συνδέσμων
Συντήρηση,
συμπλήρωση ή ανακατασκευή των
εσωτερικών και εξωτερικών κουφωμάτων
καθώς και των διακοσμητικών ταινιών
και των πλαισίων των ανοιγμάτων των
όψεων.
Η αποκατάσταση του διατηρητέου κτιρίου
και η επανάχρησή του ως εκθεσιακού
χώρου ανήκει στην κατηγορία των έργων
που συμβάλλουν στην προβολή αφ' ενός
της ιστορίας της πόλης και αφ' ετέρου
των απόψεων και πρωτοβουλιών του Δήμου
Θεσσαλονίκης στον τομέα της διατήρησης
και αξιοποίησης των νεωτέρων μνημείων
της πόλης.

Η
μελέτη αναστήλωσης και ανάδειξης της
Casa Bianca ανατέθηκε σε ομάδα Καθηγητών του
Α.ΓΙ.Θ. με επικεφαλής της ομάδας μελέτης
τον Ν. Μουτσόπουλο, επιστημονικό
υπεύθυνο γιο την στατική μελέτη τον Γ.
Πενέλη και για τις μελέτες των
οικοδομικών και Η/Μ εγκαταστάσεων ιόν Μ.
Παπαδόπουλο.
Συνεργάτες
τους ήταν κατά σειρά οι αρχιτέκτονες Δ.
Αμπόνης και Ν. Παναγιώτου, οι επίκουροι
καθηγητές Κ. Στυλιανίδης και Δ. Μπίκας,
ενώ τα τοπογραφικά θέματα ανέλαβε ο
καθηγητής Α. Μπαντέλας.
Το
έργο, μετά από πρόταση του Δήμου
Θεσσαλονίκης, εντάχθηκε στο Πρόγραμμα
Έργων του Οργανισμού Πολιτιστικής
Πρωτεύουσας της Ευρώπης «Θεσσαλονίκη '
97» και χρηματοδοτήθηκε με ποσό 750
εκατομμυρίων δρχ. (μελέτη και έργο).
Με
την ολοκλήρωση της μελέτης
αποκατάστασης της Casa Bianca, ο Δήμος
Θεσσαλονίκης ανέθεσε την εκτέλεση των
του έργου στη Δημόσια Επιχείρηση
Πολεοδομίας και Στέγασης (ΔΕΠΟΣ), η
οποία ξεκίνησε τις εργασίες τον Ιούλιο
του 1994 με Διευθύνουσα Υπηρεσία την
Διεύθυνση Μελετών Αρχιτεκτονικών
Έργων του Δήμου Θεσσαλονίκης και
επικεφαλής τον Προϊστάμενό της κ.
Απόστολο Παπαγιαννόπουλο, αρχιτέκτονα
μηχανικό. Την επίβλεψη του έργου
ανέλαβε ο Δήμος Θεσσαλονίκης ενώ
ορίστηκε σε ρόλο συντονιστικό ο
αρχιτέκτων μηχανικός κ. Δ.
Καμπαλαμπίδης.
Το
έργο εκτελέστηκε υπό την εποπτεία της 4ης
Εφορείας Νεωτέρων Μνημείων που
εκπροσωπήθηκε από τις αρχιτέκτονες
μηχανικούς κες Ιω. Στεριώτου και Χρ.
Ζαρκάδα.
Από
την πλευρά της αναδόχου ΔΕΠΟΣ τη
διοίκηση του έργου ανέλαβε ο
Προϊστάμενος του Γραφείου
Θεσσαλονίκης κ. Αργ. Δημούδης,
πολιτικός μηχανικός, (και αργότερα ο κ.
Θ. Θεοφανίδης) ενώ γιο τα εργοταξιακά
ζητήματα την μέριμνα είχε ο εργοδηγός κ.
Κ. Αλεξιάδης.

O
Δήμος Θεσσαλονίκης στην προσπάθεια του
για την περαιτέρω ανάδειξη του
κτιρίου και του έργου της
αποκατάστασής του, προχώρησε στη
δημιουργία ενός μόνιμου εκθεσιακού
χώρου στο υπόγειο Casa Bianca με στόχο την
πληροφόρηση του κοινού της πόλης για
την ιστορία του μνημείου.
Στην
έκθεση, εκτός από τα ελάχιστα τεκμήρια
που αφορούν την οικογένεια Fernandez
και παρουσιάζονται στον κεντρικό
χώρο, παρουσιάζεται συνοπτικά η ιστορία
της ευρύτερης περιοχής της Casa
Bianca,
της άλλοτε συνοικίας των Εξοχών (δεξιά
της εισόδου), ενώ οι δύο υπόλοιπες αίθουσες
φιλοξενούν το έργο αποκατάστασης του
διατηρητέου αυτού κτιρίου.
Η
μόνιμη έκθεση Casa Bianca, η ιστορία ενός
κτιρίου (1912-1997) οργανώθηκε με
πρωτοβουλία των Διευθύνσεων
Αρχιτεκτονικών Μελετών
και Κατασκευών του Δήμου Θεσσαλονίκης.
Η
μουσειολογική μελέτη και ο σχεδιασμός
του εκθεσιακού χώρου οφείλεται στους
αρχιτέκτονες Βασίλη Κολώνα και
Διονύση Τσάση.
Top
|